Editorial
Επιστροφή
Κάνω βόλτα στο νησί και νιώθω ότι είναι καιρός πια να φύγω!
Κονταίνει το καλοκαίρι και φτάνει η ώρα της επιστροφής. Πώς πέρασε κι αυτό….
Χαμπάρι δεν το πήρα! Οι ευθύνες πολλές, οι διακοπές λίγες, η μοναξιά ο μόνιμος συνεργάτης!
Ήξερα ότι αυτή τη χρονιά, θα ήταν αλλιώς… Χωρίς πολύ παρέα, χωρίς φωνές και κόσμο να «γεμίζουν» το σπίτι! Περίοδος προσαρμογής και ενηλικίωσης… κι άλλης, λες και δεν είχανε μαζευτεί τόσες πολλές! Σαν τις άδικες κατάρες που σου προσφέρει με μίσος η κακιά η μάγισσα! Πόσο να «μεγαλώσει» πια ο άνθρωπος, πόσο να ωριμάσει …. αλλά και γιατί?
Ήρθα να τακτοποιήσω εκκρεμότητες, να επιδιορθώσω ζημιές, να γίνω υπεύθυνη…
Ούτε τα μισά δεν έκανα από αυτά που υπολόγιζα, έφτασα σαν ιπτάμενη ζωγραφιά κρατώντας μόνο κάποια σχέδια στο μυαλό μου. Τόσο δύσκολο ήταν τελικά! Δεν έφτασαν οι δυνάμεις μου, παρ’ όλο που δούλευα νυχθημερόν.
Είχα πει να «κόψω» το τσιγάρο, νόμιζα ότι θα πέσω στα αλμυρά νερά της θάλασσας και θα μου πάρει όλες τις έγνοιες και τις συμφορές, πως αυτή θα με κάνει να ηρεμήσω, να τα ξεχάσω όλα! Τζίφος… Το άγχος να τελειώσω όλες τις δουλειές μεγάλο, η ανησυχία μεγαλύτερη και μέσα από τους τοίχους κι ανάμεσα στα κλαδιά να μπαινοβγαίνουν οι χαμένες ψυχές!
Τα βράδια κοιτώντας τ’ αστέρια, μες την ησυχία, είχα συντροφιά μου μια κουκουβάγια. Την άκουγα να μιλάει κι αυτή, ήταν κάπου εδώ κοντά. Εκείνες τις ώρες έρχονταν περισσότερο στον νου μου οι ιστορίες της ζωής μου, οι παλιές … Με την οικογένεια, που τώρα πια δεν υπάρχει… Τους έβλεπα να λένε τα αστεία, να τρώνε, να ψάχνουν την δροσιά που ερχόταν απ’ το βουνό! Καθόμουν τα βράδια, καπνίζοντας και βλέποντας τις εικόνες τους να δημιουργούν ευτράπελα! Περνούσαν τα αεροπλάνα από πάνω και ενοχλούσαν τ’ αστέρια, που δεν μπορούσαν να αποδώσουν ολοκληρωτικά το πραγματικό τους φως!
Έτσι, στη σκοτεινιά και στην ερημιά, πέρασε και το φετινό καλοκαίρι. Οι μπαταρίες αδειανές και τα μυαλά στα κάγκελα! Ζωή αγκαλιά με τις αναμνήσεις, με επιστροφή στο παρελθόν για λίγα μειδιάματα.
Ακόμα δεν μπορώ να καταλάβω που μένω και που ανήκω τελικά!
Ο φθινοπωρινός καιρός στην πόλη μοιάζει πιο πολύ με καλοκαίρι! Η επιστροφή μια μπούρδα, σαν παραγεμισμένη γαλοπούλα με δουλειές που δεν τελειώνουν. Με εκκρεμότητες που θα προτιμούσες να είσαι νεκρός για να μην τις κάνεις! Δεν ξέρω… δεν μπορώ να συνηθίσω τίποτα πια, αλλά ούτε και να συντονιστώ με τον παλιό, καλό μου εαυτό!
Θυμάμαι μερικές βραδιές στην εξοχή, να καθόμαστε δίπλα στη θάλασσα τραγουδώντας, σε δύο φωνές, το Ασ’ τα τα μαλλάκια σου ανακατωμένα, στην τρελή νοτιά! Και όπως έπαιρνε τα μαλλάκια ο αγέρας, έτσι μόνο για λίγο, φεύγανε από τα μάτια οι βουρκωμένες ώρες!
Πρώτη φορά που ήθελα να γυρίσω πίσω στην πόλη. Περίμενα να επιστρέψω για να ξεκουραστώ και να κάνω διακοπές! Πλησιάζοντας στο λιμάνι του Πειραιά, κατάλαβα ότι για μία φορά δεν μου φαινόταν τόσο καταθλιπτικός!
Σεπτέμβριος πάλι, μήνας ανασυγκρότησης και τακτοποιήσεων. Δεν έχει γίνει ακόμα φθινοπωρινός, δεν υπάρχουν κιτρινισμένα φύλλα στα πεζοδρόμια, ούτε συννεφιές και ξαφνικές μπόρες!
Οι μέρες μέχρι τα Χριστούγεννα λιγόστεψαν και εύχομαι η μοναδική μου ελπίδα, να βρει τον δρόμο να με οδηγήσει σε μια άνοιξη μέσα στην καρδιά του χειμώνα!
Επιστροφή για όλους, σε μια πραγματικότητα που λίγοι μπορούν να αντέξουν!
Κουράγιο!
Angelika L.